Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Μίκης Θεοδωράκης: «Έχω γνωρίσει όλες τις χαρές και όλες τις λύπες του κόσμου!»

Λίγο πριν παρακολουθήσει την πρόβα τζενεράλε του έργου του «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού», ο σπουδαιότερος εν ζωή συνθέτης της Ελλάδας και σύμβολο του ελληνισμού, μίλησε σε δημοσιογραφική διάσκεψη για τις γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής του. 

Το «Down Town» ήταν εκεί και κατέγραψε όσα είχε να πει.     

Γράφει: Πάνος Γιαννακόπουλος     

«Η μητέρα μου ήταν από τη Σμύρνη, ο πατέρας μου από τα Λευκά Όρη της Κρήτης κι έτσι είχαμε τα ριζίτικα και τα μικρασιατικά τραγούδια. Η γιαγιά μου πάλι ήταν θρησκευόμενη και ήθελε πάντα να της κάνουμε μία κάμαρα με χωρίσματα και από το βράδυ τραγουδούσε βυζαντινούς ψαλμούς. Με αυτά τα τρία ακούσματα μεγάλωσα».   

«Το φαγητό που τρώγαμε το μεσημέρι ή το βράδυ οι τέσσερίς μας -η μητέρα μου, ο πατέρας μου, ο αδερφός μου κι εγώ- ήταν μια χαρά. Τρώγαμε και τραγουδάγαμε. Τραγουδάγαμε και χορεύαμε. Θυμάμαι, χόρευα συχνά ταγκό μαζί με τη μαμά μου. Κάθε Κυριακή, ο πατέρας μου μάζευε τους φίλους του μόνο και μόνο για να τραγουδάμε όλοι μαζί τα τραγούδια της μόδας. Εγώ είχα μία έφεση στη μουσική, ας πούμε. Και τότε μία μέρα έγραψα “Το καραβάκι”. Ο πατέρας μου δεν πίστεψε ότι το είχα γράψει εγώ! Τους το τραγούδησα κι έτσι έγινα ο συνθέτης εκείνης της παρέας. Ο συνθέτης της κάθε Κυριακής! Αυτή ήταν η σχέση μου με τη μουσική. Τα ποιήματα τα έπαιρνα από τα σχολικά βιβλία. Γι’ αυτό ήταν όλα Σολωμός, Βαλαωρίτης».   

«Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος στη Νομαρχία. Κάθε φορά που άλλαζε η κυβέρνηση, αλλάζαμε τόπο. Αυτό εμένα με πλήγωνε πολύ. Με ξερίζωνε! Τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα. Δεν μπορούν να νιώσουν γρήγορα αποδεκτά. Αυτό με έκλεινε στον εαυτό μου. Και αυτό μεταφραζόταν σε μουσική».  

«Αλλά έπρεπε να γίνω δικηγόρος, ή γιατρός ή μηχανικός. Δεν υπήρχαν άλλα επαγγέλματα. Εμένα μου άρεσαν τα μαθηματικά τότε. Ήθελα να γίνω αρχιτέκτων. Μέχρι που άκουσα στον κινηματογράφο την 9η του Μπετόβεν. Και την πάτησα! Πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα συμφωνική μουσική! Είδα έναν άλλον κόσμο. Αρρώστησα! Πραγματικά αρρώστησα, ανέβασα πυρετό. Γυρνούσα στη βροχή! Γύρισα σπίτι και συζήτησα με τον πατέρα μου… Μιλήσαμε για τον Μπετόβεν. “Μπαμπά, αυτό θέλω να κάνω. Όλα τ’ άλλα δεν με ενδιαφέρουν”. “Ξέρεις ότι ο Μπετόβεν είναι μόνο ένας;”, με ρωτάει. “Ένας εκείνος κι ένας εγώ, δύο”. Απαντάω».   

«Τότε στην Ελλάδα υπήρχαν χορωδίες - κυρίως εκκλησιαστικές. Είχα κι εγώ μια δική μου, στην Αγία Βαρβάρα Τρίπολης. Αλλά ορχήστρες με συμφωνικά όργανα, δεν υπήρχαν! Και εκεί που ήμουν άριστος μαθητής, άρχισα να διαβάζω μόνο τα βιβλία του πατέρα μου και προσπαθούσα να μάθω αρμόνιο μόνος μου. Κι ενώ μέχρι τότε με φώναζε στον πίνακα ο καθηγητής άλγεβρας, ο κύριος Ρικάκης, για να βρίσκω τα λάθη των συμμαθητών μου, μία μέρα όταν σηκώθηκα του είπα: “Κύριε καθηγητά, έχω να σας δηλώσω ότι το μάθημά σας δεν με ενδιαφέρει!”. Το ίδιο και στους υπόλοιπους καθηγητές. Μου έβαζαν ένα δέκα ίσα-ίσα για να μπορέσω να προχωρήσω».  

«Η μουσική μου φύση ήρθε απ’ έξω χωρίς να το θέλω. Σπούδασα στο Ωδείο Αθηνών και πήρα υποτροφία για το Παρίσι. Ήταν καλύτερα να έμενα μόνος μου σε μία ζούγκλα, παρά στο Παρίσι. Όμως δεν ήθελα να γυρίσω πίσω ηττημένος! Προσπαθήσαμε να βρούμε τρόπο να ζήσουμε. Από κάποιο σημείο και μετά δεν είχαμε καν σπίτι, γιατί το σπίτι ήταν μέρος της υποτροφίας. Πήγαμε ακόμα και στην τενεκεδούπολη για να μείνουμε. Υπήρχε ειδικό γραφείο για να πας εκεί. Ήταν έξω από το Παρίσι. Εκεί, έμεναν σε καλύβες οι κλοσάρ και οι ζητιάνοι. Όταν πήγαμε εκεί μας είπαν “έχουμε για εσάς ένα φιλέτο” και μας έδειξαν τον σκελετό ενός λεωφορείου. “Αυτό θα είναι το σπίτι σας”. Εκεί θα μέναμε, αν την τελευταία στιγμή δεν μας έδινε μία φίλη ένα σπίτι μέσα σε ένα γκαράζ. Τα παιδιά μου γεννήθηκαν μέσα σε αυτό το σπίτι των δέκα τετραγωνικών. Δύο καμαρούλες και μία κουζινίτσα. Εκεί έγραψα “Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού”, το “Άξιον Εστί”, τον “Καημό” και τα περισσότερα έργα μου. Δεν τα έγραψα στην Ελλάδα. Τα έγραψα στο Παρίσι με μεγαλύτερή μου έμπνευση τη νοσταλγία της Ελλάδας…».

«Μια φορά ήρθε ο Κίρκος να με επισκεφτεί, μπήκε μέσα και τρόμαξε. Δεν έφτανε που ήταν μικρό και ανήλιαγο, ήθελε να γίνουν και κατασκευές γιατί ήταν πολύ χάλια. Είχα έναν φίλο αρχιτέκτονα και μου πρότεινε να βάψω έναν τοίχο πράσινο, έναν κόκκινο κι έναν μαύρο. Παρόλο που δεν ήθελα, δέχτηκα στο τέλος γιατί δεν ήθελα να τον προσβάλω».   

«Σιγά-σιγά κατάφερα να φτιάξω με τη Μυρτώ αυτήν την οικογένεια. Πολύ δύσκολα. Θυμάμαι, μου έλεγε η Μυρτώ: “Τα παιδιά δεν έχουν γάλα!”. Δεν έβγαλα χρήματα στο Παρίσι. Δεν μου έδιναν δουλειά οι Γάλλοι, αλλά οι Άγγλοι. Στο Λονδίνο έκανα φιλμ για να πιάσω λεφτά. Κυρίως, μου έδιναν τα φιλμ του τρόμου. Όταν μου ανέθεσαν να γράψω μουσική και για ένα γνωστό φιλμ, ήμουν για λίγες μέρες στην Αθήνα για να δω τους φίλους μου και γιατί ήδη είχα αρχίσει να κάνω τα λαϊκά τραγούδια. Στη μάζωξη που έκανα, ως συνήθως, ήρθε και ο Γκάτσος, ο οποίος μου έδινε τα τραγούδια του σε σκονάκια. Μετά πήγα στο κέντρο της Λίντα και του Χιώτη. Με το που τελείωσαν, έξι το πρωί, πήγαμε για πρωινό στη Βουλιαγμένη. Πω, πω, τι ήλιος ήταν αυτός! Ο πρώτος ήλιος! Και τι γαλάζια θάλασσα! Τι ομορφιά!». 

«Σώθηκα οικονομικά όταν ένας Άγγλος χορογράφος ήρθε να δει ένα έργο μου, εντυπωσιάστηκε και πρότεινε να κάνουμε την “Αντιγόνη” για το Covent Garden. Η ορχήστρα εκεί είχε 102 συμφωνικά όργανα. Ήταν ίσως ένα από τα καλύτερα θέατρα του κόσμου. Εκεί, συνάντησα τον Νουρέγιεφ - μόλις το είχε σκάσει από τη Σοβιετική Ένωση. Εκεί, ήταν και η Βασιλομήτωρ με την πριγκίπισσα Μαργαρίτα. Ήταν μαζεμένη όλη η αριστοκρατία. Οι κυρίες ντυμένες στα λούσα και οι κύριοι ντυμένοι στα αποικιοκρατικά και στα σμόκιν. Εκεί, έπρεπε να φορέσω σμόκιν, ειδάλλως δεν θα μπορούσα να μπω μέσα. Για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Μέσα μου ρωτούσα συνέχεια τον εαυτό μου; “Τι σχέση έχω εγώ με αυτούς;”».   

«Η Μυρτώ ήταν πάντα δίπλα μου, πάλευε μαζί μου για να γίνω συνθέτης κλασικής μουσικής. Όταν οι New York Times έγραψαν “γεννήθηκε νέος Στραβίνσκι”, όλες οι πόρτες άνοιξαν. Ο μεγαλύτερος εκδότης του κόσμου τότε, μου έκανε συμβόλαιο και μου έδινε 500 λίρες τον χρόνο για να του γράφω δύο έργα, με μόνη δική μου υποχρέωση να είμαι παρών στην παρουσίασή τους. Έτσι, λύθηκε το οικονομικό μας πρόβλημα. Τότε, ανήγγειλα στη γυναίκα μου ότι φεύγουμε μακριά από όλους εκείνους τους αχρείους. Γυρίσαμε στη φτωχή πατρίδα μας».    

«Όπως είπα, όλα τα τραγούδια τα έγραφα στο εξωτερικό. Όταν δεν είχα ποίηση, μου άρεσε κι εμένα να γράφω ποιήματα. Έτσι, έγραψα το πρώτο μου τραγούδι: “Το τραγούδι του νεκρού αδερφού”. Επειδή με βασάνιζαν τα φαντάσματα του εμφυλίου».   

«Εγώ είδα αδέρφια να χτυπιούνται στη Μακρόνησο. Θυμάμαι τον εαυτό μου βουτηγμένο στα αίματα να μην μπορώ καλά-καλά να μιλήσω. Ήμουν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να με πάρουν πάλι και να με ξαναχτυπήσουν. Είδα από κάτω έναν καθηγητή πανεπιστημίου αργότερα, να προσπαθεί να κόψει τις φλέβες του και να δώσει τέλος στη ζωή του κι εγώ δεν μπορούσα στην κατάσταση που ήμουν να αντιδράσω».   

«Στη Μακρόνησο προσπαθούσαν να σε κάνουν βασανιστή. Όταν μας μετέφεραν από το τέταρτο τάγμα στο πρώτο, ξέραμε τι μας περιμένει. Μας πήγανε πίσω από τους Φούρνους, στο ένα και μοναδικό οίκημα». 

«Ήμουν ο υπεύθυνος του κόμματος για την αποστολή αυτή. Ήμασταν ακριβώς τριακόσιοι. Κάποια στιγμή τους μάζεψα και τους είπα: “θέλουν να σπάσουμε και να μεταλλαχτούμε”».   

«Δεν υπογράψαμε τα όσα ήθελαν. Και όσοι δεν υπέγραφαν, τους περίμεναν φοβερά βασανιστήρια. Είχαν σίδερα σιδερώματος και “σιδέρωναν” τις γυναίκες. Στα μπούτια επάνω. Παντού. Ή σου έσπαγαν ένα-ένα τα δάχτυλα με τις πέτρες. Και τόσα πολλά άλλα… Σου έλεγαν να χτυπήσεις τους δικούς σου. Πώς, όμως, μπορείς να χτυπήσεις τον συναγωνιστή σου; Τον αδερφό σου; Μετά, τι υπόληψη μπορείς να έχεις στον εαυτό σου; Μετά, θα ήσουν ένα τίποτα! Ένα σκουπίδι! Αυτή ήταν η Μακρόνησος. Έκαναν τους ανθρώπους σκουπίδια!».   

«Είχα την τύχη, όχι να είμαι γενναίος, αλλά να μη με χτυπήσουν τόσο πολύ ώστε να χάσω τις αισθήσεις μου. Με πήγαν στο στρατιωτικό νοσοκομείο και όταν με γύρισαν πίσω πάλι έπαθα φυματίωση. Ήμουν φυματικός. Όσο με χτυπούσαν θυμάμαι, έβγαζα πολύ αίμα. Θυμάμαι ότι όλα αυτά έγιναν μέσα σε μία σπηλιά. Μου έφεραν κάτι παιδιά, από τα δικά μας παιδιά, γιαούρτι και ιώδιο για τις πληγές. Οι φίλοι μου εκεί, με τους οποίους αγωνιστήκαμε μαζί, όταν με είδαν άρχισαν να κλαίνε. Μας έδιναν άδεια κάθε απόγευμα, το καλοκαίρι, 6-8 να πάμε να κάτσουμε έξω. Βλέπαμε απέναντι το Σούνιο και θρηνούσαμε».   

«Ο πατέρας μου πήγε σε όλους τους πολιτικούς για μένα. Δεν έκαναν τίποτα. Πήρε ο θείος μου στρατηγούς, γιατί αν έμενα κι άλλο εκεί θα με σκότωναν. Έτσι, με πήγαν ανάπηρο στην Κρήτη».   

«Ήρθα εδώ με έναν σκοπό. Να αποδείξω ότι στο κομμάτι μου, στο κομμάτι της μουσικής, δεν είμαστε Ευρωπαίοι, είμαστε ανώτεροι από τους  Ευρωπαίους. Κάθε περιοχή έχει και το δικό της τραγούδι, τον δικό της χορό, τη δική της φορεσιά. Τον ψυχικό πλούτο, όμως, που έχει ο Έλληνας δεν τον έχει κανένας. Τα δημοτικά τραγούδια δεν τα γράφουν οι σκλάβοι! Οι σκλάβοι δεν κάνουν Τέχνη. Στον Μεσαίωνα όλοι ήταν σκλάβοι. Εκεί, τους ανθρώπους με ταλέντο τους έπαιρναν στους πύργους τους και τους έκαναν… Μότσαρτ. Εμείς, πάλι, είχαμε τους Τούρκους. Οι Τούρκοι δεν είχαν καλύτερο πολιτισμό από εμάς. Η πραγματική σκλαβιά είναι πολιτισμική. Εμείς, καταφέραμε να περάσουμε ακόμα και τους Ρωμαίους!».   

«Ξεκίνησα μελετώντας έναν κύκλο, τον “Επιτάφιο”. Πρέπει να ομολογήσω ότι η επίδραση του Χατζιδάκι επάνω μου ήταν καταλυτική. Με τον Μάνο ήμασταν πάρα πολύ φίλοι! Οπότε, ήταν επόμενο. Ο καθηγητής μας, κύριος Δεσποτίδης, μας σύστησε: “Από εδώ ο σύντροφος Μάνος, από εδώ ο σύντροφος Μίκης”, είχε πει».   

«Ο Μάνος με ξεγέλασε και πέθανε πριν από εμένα… Και ήταν νεότερος από εμένα. Εγώ ήμουν γεννημένος Ιούλιο, ενώ εκείνος Οκτώβριο… Του έκανα πάντα πλάκα: “Μάνο, εσύ θα προηγηθείς, εγώ θα έρθω μετά”».

«Ξαφνικά, μία μέρα, άνοιξα την τηλεόραση και τον είδα! Υπάρχουν θηρία ανάμεσα στους δημοσιογράφους, ειδικά σ’ εκείνους που θέλουν να έχουν μεγάλη θέαση. Είδα έναν Χατζιδάκι να τον μεταφέρουν με ανοιχτό το στόμα και τα μάτια. Τι τέρατα! Είναι δυνατόν; Ολόκληρο Χατζιδάκι; Επαναστάτησα!».   

«Έτρεξα σπίτι του και τότε άρχισε μία συνωμοσία από συναδέλφους μου. Τους δύο τελευταίους μήνες πριν πεθάνει τον απομάκρυναν από εμένα. Τελικά, κράτησαν κρυφό από εμένα το πού ήταν πεθαμένος. Δεν μου έλεγαν. Μου έλεγε ο φίλος μου ο σοφέρ: “αυτοί είναι προσβλητικοί”. “Εγώ θέλω να δω τον Μάνο!”, έλεγα και ξανάλεγα».   

«Τελικά, πήγαμε κατά τύχη στον Ευαγγελισμό και πέσαμε διάνα! Εκεί ήταν μαζεμένοι και κάτι παλιόπαιδα μουσικοί. Μόνο ένας, ο Γιάννης, ήταν ξεχωριστός. Μου είπε: “Ξέρετε κάτι; Χθες το βράδυ, πριν πεθάνει, ο Μάνος μιλούσε για εσάς!”. Ύστερα ήρθε μία προϊσταμένη και την παρακάλεσα να δω τον Μάνο. Με οδήγησε στα υπόγεια. Πλάι έβλεπα κάτι λεκάνες στις οποίες πλέναν τους νεκρούς. “Όχι, δεν θέλω να δω τον Μάνο που τον πλένουν”, είπα μέσα μου. Ο Μάνος ήταν τελικά επάνω σε ένα τραπέζι, στο τελευταίο δωματιάκι του υπογείου. Τον είχαν πάλι με το στόμα και τα μάτια ανοιχτά. Ζήτησα από την αδερφή να του κλείσει το στόμα… Τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά. Ο Μάνος είχε ησυχάσει και είχε αρχίσει να ομορφαίνει. Ήταν πάρα πολύ όμορφος! Κάθισα μισή ώρα εκεί, κοιτώντας τον στα μάτια. Στο τέλος του ευχήθηκα “καλή αντάμωση”, του έκλεισα τα μάτια και έφυγα».   

«Αν δεν προχωρούσε ο Μάνος στο τραγούδι δεν θα προχωρούσα ούτε εγώ. Γιατί και ο Μάνος ήθελε να γίνει συνθέτης κλασικής μουσικής. Αναγκάστηκε να γίνει μουσικός. Γράφαμε τραγούδια και οι δύο. Μία μέρα ο Ελύτης, ο οποίος μας άκουγε να παίζουμε στο πιάνο τα τραγούδια μας, μας πρότεινε να πάμε κάποια από αυτά στο υπουργείο Παιδείας, ώστε να μάθουν να τα παίζουν και τα παιδιά μας. Στο υπουργείο Παιδείας μας έστελναν από όροφο σε όροφο και από πόρτα σε πόρτα. Στο τέλος τα πήραν και τα καταχώνιασαν σε κάποιο συρτάρι».   

«Ο Μάνος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του. Έμαθε ο Φίνος ότι υπάρχει κάποιος νέος που γράφει ωραία τραγουδάκια και του πρότεινε να κάνει κινηματογράφο. Έκανε επιτυχία. Ένα από τα πρώτα τραγούδια του το τραγούδησε η Βουγιουκλάκη. Προτίμησε  αυτό τον δρόμο, γιατί είχε την αδερφή του, τη Μιράντα, φυματική. Την εποχή εκείνη, αν δεν είχες λεφτά, πέθαινες. Δεν είχε λεφτά να της αγοράσει ούτε περισσότερο φαγητό, ούτε φάρμακα. Για να πάρει τα φάρμακα και να ζήσει η αδερφή του, άφησε τα μεγάλα του όνειρα και τη συμφωνική μουσική κι έγραψε αυτά τα καταπληκτικά πράγματα. Κάθε εμπόδιο για καλό, μου έλεγε η μητέρα μου».   

«Το “τραγούδι του νεκρού αδελφού” είναι τραγωδία. Και όλες οι τραγωδίες στέκονται επάνω στους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Στις τραγωδίες ξέρεις ποιος θα σκοτωθεί ή ποιος θα σκοτώσει, δεν έχει ενδιαφέρον. Δεν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα. Ενδιαφέρον έχει το γιατί σκοτώνονται. Πήρα, λοιπόν, έμπνευση από τον εμφύλιο πόλεμο και έγραψα αυτό το τραγούδι».   

«Όταν ήρθε ο Ντάισελμπλουμ και είχε τη συνάντηση με τον Βαρουφάκη, με τον wow χαιρετισμό και την περήφανη στάση που έδειξε ο Έλληνας απέναντί του, και μετά με τον Τσίπρα, βγήκα και είπα ότι “αισθάνθηκα ωραίος ως Έλλην”. Ο Έλληνας, εκείνη τη στιγμή, έδειξε υπερηφάνεια. Αυτή είναι μία απόδειξη της διαφοράς μας από όλους τους άλλους λαούς».   

«Φέτος, στο θέατρο Badminton, γιορτάζουν τα 90 χρόνια μου. Και να φανταστείτε, ζω ακόμα! Πόσες φορές έχω χορέψει με τον χάρο; Πόσες φορές έχω πιει κρασί με τον χάρο; Και πόσες τον νίκησα τον χάρο; Θα έρθει η μέρα να με νικήσει! Αυτό το λέει η βιολογία. Όχι, εγώ. Λέτε να ξεπεράσω ακόμα και τα όρια της βιολογίας; Μα, εγώ τον χάρο τον έβλεπα με τα μάτια μου… Στο έργο, τον παρουσιάζω σαν ένα Κρητικό παλικάρι, με Κρητική κατάμαυρη φορεσιά να χορεύει σε περιβόλια. Τόσα χρόνια πίστευα και πιστεύω ότι μπορώ να παλέψω ακόμα μαζί του. Για ποιον λόγο όμως; Αφού τα έχω ζήσει όλα. Έχω γνωρίσει όλες τις χαρές και όλες τις λύπες του κόσμου… Πρέπει μία μέρα να τον αφήσω να με νικήσει…».   

Info: Το μυθικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη που σφράγισε τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, αναβιώνει στο «Θέατρο Badminton» πιο επίκαιρο από ποτέ, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, με έναν θίασο 50 ηθοποιών, τραγουδιστών, χορευτών (Θέατρο Badminton, Ολυμπιακά Ακίνητα Γουδή, Αθήνα, τηλ:(+30) 210 88 40 600, www.badmintontheater.gr)   

Από το περιοδικό "Down Town" 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχολιάστε Ελεύθερα